Δημοφιλή Άρθρα

Δημοφιλή Άρθρα

Υπηρεσίες

Είναι η Οστεοπόρωση Αυτοάνοσο Νόσημα;


Tα οστά είναι ανθεκτικά, σκληρά όργανα που στηρίζουν το σώμα και προστατεύουν πιο ευπαθή όργανα, όπως οι πνεύμονες, η καρδιά και το ήπαρ.

Είναι η Οστεοπόρωση Αυτοάνοσο Νόσημα;
 
Η ανάπτυξη οστεοπόρωσης συνδέεται με δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
 
Αυτοάνοσα νοσήματα όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η νόσος του Χασιμότο, μπορούν να επηρεάσουν την υγεία των οστών και να οδηγήσουν σε οστεοπόρωση.
 
Η οστεοπόρωση δεν είναι ένα αμιγώς αυτοάνοσο νόσημα. Ωστόσο, ένα δυσλειτουργικό ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να προκαλέσει οστεοπόρωση.
 
Είναι μια κοινή παθολογική κατάσταση που επηρεάζει την πυκνότητα των οστών και εκδηλώνεται κυρίως σε:

  • Γυναίκες κατά τα πρώτα χρόνια της εμμηνόπαυσης
     
  • Ασθενείς με αυτοάνοσα ή χρόνια φλεγμονώδη νοσήματα
     
  • Άτομα και των δύο φύλων καθώς μεγαλώνουν
     
Tα οστά είναι ανθεκτικά, σκληρά όργανα που στηρίζουν το σώμα και προστατεύουν πιο ευπαθή όργανα, όπως οι πνεύμονες, η καρδιά και το ήπαρ.  Αποτελούνται από ένα πιο ελαστικό μέρος που είναι κυρίως ίνες κολλαγόνου και ένα πιο σκληρό, που αφορά σε μεταλλικά στοιχεία, κυρίως ασβέστιο και φώσφορο.
 
Τα οστά φυσιολογικά ανανεώνονται συνεχώς καθόλη τη διάρκεια της ζωής. Περιέχουν δύο ομάδες κυττάρων, όπου η μια απορροφά γηρασμένο οστικό ιστό (οστεοκλάστες) και ή άλλη παράγει νέο οστικό ιστό (οστεοβλάστες).

 
 

Εικόνα: στην οστεοπόρωση αυξάνεται η δραστηριότητα των οστεοκλαστών και μειώνεται αυτή των οστεβλαστών, οδηγώντας σε αυξημένη οστική απορρόφηση παρά σε σχηματισμό οστού.
 

Οστεοπόρωση & Αυτοανοσία
 
Η συνύπαρξη οστεοπόρωσης  και αυτοάνοσου νοσήματος είναι συχνή.
 
Στα αυτοάνοσα νοσήματα το ανοσοποιητικό σύστημα δυσλειτουργεί και καταστρέφει υγιή όργανα και ιστούς. Αντί να παράγει αντισώματα έναντι παθογόνων στοιχείων, όπως μικρόβια και ιοί, παράγει αντισώματα έναντι κυττάρων του ίδιου του οργανισμού. Αυτά ονομάζονται αυτο-αντισώματα και μπορούν να επηρεάσουν ολόκληρο το σώμα, συμπεριλαμβανομένων του θυρεοειδή, των νεφρών, του εντέρου, του ήπατος, των αρθρώσεων και του δέρματός.
 
Σχετικά πρόσφατα, έχει βρεθεί ότι τα αυτο-αντισώματα και η χρόνια φλεγμονή εμπλέκονται στην ανάπτυξη της οστεοπόρωσης[1][2]. Η δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος επιβαρύνει και την υγεία των οστών, απορυθμίζοντας τη λειτουργία των οστεβλαστών και των οστεκλαστών.
 
Η φλεγμονή προκαλεί οστική απώλεια. Προάγει την καταστροφή των οστών από τους οστεοκλάστες και αναστέλλει τον σχηματισμό νέου οστού από τους οστεοβλάστες.
 
Έτσι, δεν αποτελεί έκπληξη, ότι τα φλεγμονώδη αυτοάνοσα νοσήματα συχνά οδηγούν σε μειωμένη οστική πυκνότητα.
 
Επιπρόσθετα, διαφορετικά αυτοάνοσα επιβαρύνουν την οστική πυκνότητα και καταστέλλουν τους μηχανισμούς αναδόμησης των οστών, επιδρώντας άμεσα στα οστά.

  • Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και στην ψωριασική αρθρίτιδα: η τοπική φλεγμονή ενισχύει την οστική απώλεια.
     
  • Στα αυτοάνοσα νοσήματα του θυρεοειδούς: ο υποθυρεοειδισμός στη θυρεοειδίτιδα Hashimoto οδηγεί σε μειωμένο σχηματισμό οστού, ενώ ο  υπερθυρεοειδισμός στη νόσο Graves διεγείρει την καταστροφή των οστών. Η οστική μάζα μειώνεται και στις δύο περιπτώσεις
     
  • Στο συστηματικό ερυθηματώδη λύκο: η απώλεια οστού μπορεί να είναι συνέπεια της συνδυασμένης επίδρασης της χρόνιας φλεγμονής και των ανεπιθύμητων ενεργειών της φαρμακευτικής αγωγής.
     
  • Στη νόσο του Crohn και στην ελκώδη κολίτιδα: οι ελλείψεις σε μεταλλικά στοιχεία, η χρόνια φλεγμονή και η χρήση ισχυρών αντιφλεγμονωδών αγωγών που έχουν ως παρενέργεια την οστεοπόρωση, μπορούν να οδηγήσουν σε πρόωρη οστεοπόρωση.
     
  • Διαταραχές και ελλείψεις που είναι κοινές στους ασθενείς με αυτοάνοσο νόσημα, όπως η έλλειψη βιταμίνης D, βιταμίνης Κ, μαγνησίου, ψευδαργύρου και ωμέγα-3 λιπαρών, σε συνδυασμό με την ύπαρξη αντίστασης στην ινσουλίνη, αυξάνουν την απώλεια οστού και καταστέλλουν τους μηχανισμούς αναδόμησης.
 

Φαρμακευτική Αγωγή
 
Η δυσκολία στην αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης είναι  ότι προς το παρόν, καμία φαρμακευτική αγωγή δεν μπορεί να αναστρέψει πλήρως την εγκατεστημένη οστεοπόρωση.
 
Ωστόσο η έγκαιρη ιατρική παρέμβαση, μπορεί να προλάβει την οστεοπόρωση στους περισσότερους ανθρώπους. Σε ασθενείς με εγκατεστημένη οστεοπόρωση, η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να σταματήσει την εξέλιξή της[3].
 
Η φαρμακευτική αντιμετώπισή της, συμπεριλαμβάνει κυρίως αγωγές που καταστέλλουν τη δράση των οστεοκλαστών, ώστε να μειωθεί ο ρυθμός απορρόφησης του οστού. Ωστόσο, η καταστολή των οστεοκλαστών μειώνει τον ρυθμό ανανέωσης των οστών και μπορεί μακροπρόθεσμα να κάνει τα οστά να χάσουν ελαστικότητα και να γίνουν τελικά πιο εύθραυστα[4].
 
Γι’ αυτό η φαρμακευτική αγωγή θα πρέπει να εξατομικεύεται με βάση την εικόνα του κάθε ασθενούς και να συζητούνται μεταξύ του γιατρού και του ασθενούς, οι κίνδυνοι και τα οφέλη της θεραπείας.
 
 
Ιατρικές Παρεμβάσεις στη Διόρθωση των Ελλείψεων, στον Τρόπο Ζωής & στη Διατροφή
 
Επαρκή επίπεδα βιταμίνης D και ασβεστίου είναι σημαντικά για την υγεία των οστών και την πρόληψη της οστεοπόρωσης σε όλες τις ηλικίες. Η χορήγηση ασβεστίου υπό τη μορφή συμπληρώματος σε μεγάλες δόσεις χρειάζεται προσοχή γιατί βελτιώνει μεν την οστεοπόρωση, μπορεί όμως να επικαθίσει στο τοίχωμα των αγγείων και στις αρθρώσεις και να προκαλέσει άλλα προβλήματα υγείας.
 
Γι’ αυτό το λόγο, αντί για την χορήγηση ασβεστίου σε υψηλές δόσεις, προτείνεται η βελτίωση των μηχανισμών απορρόφησης και διαχείρισης του ασβεστίου στο σώμα[5].
 
Η βελτίωση της διαχείρισης του ασβεστίου, επιτυγχάνεται με διόρθωση ελλείψεων που σχετίζονται με το μεταβολισμό του (βιταμίνη D, βιταμίνη Κ, μαγνήσιο, ψευδάργυρος, βόριο), βελτίωση της μικροβιακής χλωρίδας, επίλυση της οξείδωσης και μεταβολικών διαταραχών που αυξάνουν την απέκκριση του.
 
Επιπρόσθετα το ασβέστιο είναι ένα στοιχείο που είναι καλύτερα να προσλαμβάνεται κυρίως μέσα από τη διατροφή, αποφεύγοντας τη μακροχρόνια συμπλήρωση με μεγάλες δόσεις.
 
Η βιταμίνη D επηρεάζει άμεσα την απορρόφηση και τη διαχείριση του ασβεστίου στον οργανισμό, βελτιώνει το αίσθημα ισορροπίας και τη λειτουργία των μυών, μειώνοντας τον κίνδυνο πτώσης και κατάγματος.
 
Επιπρόσθετα της βιταμίνης D, για τη βελτίωση της διαχείρισης του ασβεστίου στον οργανισμό, απαιτούνται επαρκείς ποσότητες βιταμίνης K.
 
Η βιταμίνη Κ έχει σημαντικές λειτουργίες μέσα στο σώμα. Έρευνες έχουν δείξει ότι η βιταμίνη Κ:

  • Ενισχύει την παραγωγή οστού
  • Σταματάει την παθολογική εναπόθεση ασβεστίου σε ιστούς (αποτιτάνωση)
  • Έχει αντικαρκινική δράση
  • Βελτιώνει τη δράση της ινσουλίνης και βοηθάει στην επίλυση της αντίστασης των κυττάρων σε αυτή
  • Όταν χορηγείται μαζί με βιταμίνη D, σταματάει την εναπόθεση ασβεστίου στα στεφανιαία αγγεία της καρδιάς (αρτηριοσκλήρυνση) και βελτιώνει την ελαστικότητα τους. 
 
Πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι η υποκλινική ανεπάρκεια βιταμίνης Κ είναι πολύ συχνή. Η χορήγηση βιταμίνης Κ μαζί με βιταμίνη D είναι ένα βασικό κομμάτι στην πρόληψη και στη θεραπεία της οστεοπόρωσης.
 
Η άσκηση επίσης παίζει σημαντικό ρόλο στην πρόληψη και στην αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης. Συχνά όμως, η φυσική δραστηριότητα επικεντρώνεται κυρίως στην ενίσχυση των μυών και λιγότερο σε αυτή των οστών (ασκήσεις με βάρη, γιόγκα, κολύμπι).
 
Η ενίσχυση του μυϊκού συστήματος είναι σημαντική γιατί βελτιώνει την ισορροπία και μειώνει την πιθανότητα κατάγματος. Η διενέργεια φυσικής δραστηριότητας με έντονη κρούση όπως τρέξιμο, πρέπει να αποφεύγεται σε άτομα με εγκατεστημένη οστεοπόρωση για την αποφυγή καταγμάτων κατά την άσκηση.
 
Ωστόσο τα οστά, για να αυξήσουν την παραγωγή νέου ιστού χρειάζονται να υποστούν, έστω και μικρού βαθμού κρούση. Η διενέργεια μικρής διάρκειας, έστω και ενός με δύο λεπτά τροχάδην την ημέρα, συνδέεται με αυξημένη οστική πυκνότητα σε γυναίκες πριν και μετά την εμμηνόπαυση[6].
 
Η τακτική κατανάλωση αλκοόλ επιβαρύνει σημαντικά την οστεοπόρωση. Η κατανάλωση 1-4 ποτήρια κρασί ή αντίστοιχη ποσότητα αλκοόλ την εβδομάδα, είναι ασφαλής και δεν επιφέρει επιβάρυνση στην υγεία. 
 
Η βελτίωση της ικανότητας του οργανισμού να διαχειρίζεται τη φλεγμονή, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αυτοάνοσο νόσημα συμβάλλει επίσης στη βελτίωση της πορείας της οστεοπόρωσης.


 
Εξετάσεις που Ανιχνεύουν τις Ελλείψεις & τις Μεταβολικές Διαταραχές σε Ασθενείς με Αυτοάνοσο νόσημα και Οστεοπόρωση
 
Ο εντοπισμός και η διόρθωση μεταβολικών διαταραχών, όπως η αντίσταση στην ινσουλίνη και αυξημένα επίπεδα ορμονών όπως η κορτιζόλη, η ντοπαμίνη και η αδρεναλίνη, βελτιώνουν την ικανότητα του οργανισμού να διαχειρίζεται τη φλεγμονή και μειώνουν την απώλεια ασβεστίου από τα οστά.
 
Μέχρι και λίγα χρόνια πριν, η ακριβής καταγραφή των ελλείψεων και των μεταβολικών διαταραχών που επιδεινώνουν την οστεοπόρωση και την υγεία ασθενών με αυτοάνοσο νόσημα, ήταν ιδιαίτερα δύσκολη με τις κλασσικές μεθόδους μέτρησης. Έτσι η διόρθωση τους βασιζόταν σε γενικές οδηγίες, με μειωμένη αποτελεσματικότητα.  
 
Τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται στη κλινική μας, μια κατηγορία εξειδικευμένων εξετάσεων η οποία ανιχνεύει τα μικρά μόρια που συμμετέχουν στις χημικές αντιδράσεις του οργανισμού και καταγράφει με ακρίβεια τις ελλείψεις και οι μεταβολικές διαταραχές σε κάθε ασθενή[7].  
 
Οι εξετάσεις ονομάζονται μεταβολομικές αναλύσεις και ανιχνεύουν πάνω από 80 δείκτες που συνδέονται με την κατάσταση υγείας ενός ατόμου[8].   
 
Η ανάλυση μικρών μορίων στο αίμα, ανιχνεύει μεταβολικές διαταραχές και ελλείψεις που συνδέονται με την πορεία και την εκδήλωση αυτοάνοσων και χρόνιων ασθενειών όπως η οστεοπόρωση.
 
Η υποκλινική παρουσία ελλείψεων του οργανισμού συχνά περνά απαρατήρητη για πολλά χρόνια, μέχρι την εκδήλωση νόσου. Σε περίπτωση που δεν διορθωθούν, συνεχίζουν να επιβαρύνουν σταθερά την υγεία των ασθενών με αυτοάνοσο νόσημα. 
 
Η διόρθωση των ελλείψεων του οργανισμού και η αποκατάσταση της φυσιολογικής μεταβολικής λειτουργίας, μπορούν να αλλάξουν ριζικά την πορεία μεγάλου φάσματος αυτοάνοσων ασθενειών ή να προλάβουν την εμφάνιση τους, όπως στην οστεοπόρωση.
 
Με βάση την κλινική μας εμπειρία με πάνω από 25.000 ασθενών, έχουμε διαπιστώσει ότι στοχευμένες ιατρικές παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, στη διατροφή και στις ελλείψεις του οργανισμού μπορούν να επιφέρουν μακροχρόνια και σημαντική βελτίωση στην υγεία ασθενών με αυτοάνοσο, να σταματήσουν την οστική απώλεια και να βελτιώσουν την οστική πυκνότητα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.

Όταν η φαρμακευτική αγωγή, η διόρθωση των ελλείψεων και η διατροφή του κάθε ασθενούς προσαρμόζονται στο μεταβολικό του προφίλ, αλλάζει ριζικά η πορεία της οστεοπόρωσης και των αυτοάνοσων νοσημάτων.

 


 
 
 

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

[1] Is osteoporosis an autoimmune mediated disorder?  Rosebella A. Iseme et al. Bone Rep. 2017 Dec.
[2] The multiple faces of autoimmune-mediated bone loss.  Georg Schett & Jean-Pierre David  Nature Reviews Endocrinology 2010 Nov.
[3] Osteoporosis Treatment & Management. Emedicine. Jan 20, 2021
[4] Assessment of Bone Quality in Osteoporosis Treatment with Bone Anabolic Agents: Really Something New?  Fabio M Ulivieri et al.  Rheumatol Rev . 2018
[5] The health benefits of vitamin K  James J DiNicolantonio et al BMJ 2015.
[6] A small amount of precisely measured high-intensity habitual physical activity predicts bone health in pre- and post-menopausal women in UK Biobank  Victoria H Stiles et al. t J Epidemiol . 2017 Dec
[7] Micronutrient deficiencies in patients with COVID-19: how metabolomics can contribute to their prevention and replenishment. Dimitris Tsoukalas and Evangelia Sarandi. BMJ Nutri Prev Heal. Nov. 2020.
[8] Targeted Metabolomic Analysis of Serum Fatty Acids for the Prediction of Autoimmune Diseases.  D. Tsoukalas, V Fragoulakis, Ε Sarandi, A. Tsatsakis, N. Drakoulis et al. Front. Mol. Biosci., 01 November 2019
Επιμέλεια Κειμένου: Επιστημονική Ομάδα Metabolomic Medicine

Συνεργαζόμαστε με ερευνητές και ιδρύματα σε όλο τον κόσμο για να παρέχουμε τις πιο προηγμένες και ακριβείς αναλύσεις.

Επιστημονική Ομάδα

www.metabolomicmedicine.com Η Επιστημονική Ομάδα της Metabolomic Clinic αποτελείται από εξειδικευμένους κλινικούς ιατρούς που μοιράζονται μαζί σας την εμπειρία τους στην αιχμή της σύγχρονης ιατρικής. Δείτε τους όλους
Ας κρατήσουμε επαφή.
Εγγραφείτε στο newsletter και κατεβάστε δωρεάν τον οδηγό για όσους έχουν διαγνωστεί με αυτοάνοσο νόσημα.